201804.26

3

    Αναφερόμενοι στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, είναι ίσως αναγκαίο, να αναλυθεί σε ορισμένα σημεία η υπεξαίρεση και οι διαφορές από την κλοπή. Οι διατάξεις της υπεξαίρεσης όσο και της κλοπής, αναφέρονται στην ιδιοποίηση (ολικά ή εν μέρει) παρανόμως ξένου  κινητού πράγματος. Η κρίσιμη όμως διαφορά είναι ότι ο δράστης υπεξαιρέσεως ιδιοποιείται ξένο πράγμα το οποίο έχει στην κατοχή του για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να το έχει αφαιρέσει ο ίδιος από την κατοχή τρίτου. Για παράδειγμα, ο Α δίδει στον Β ένα αντικείμενο αξίας με σκοπό τη φύλαξή του  και ο Β το ιδιοποιείται.

Α. Το Ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεση

Σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα:

   “1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ΕΥΡΩ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών”.

Συνεπώς, η αξία του αντικειμένου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής ως ακολούθως:

    –  Ως πλημμέλημα με  ποινή φυλάκισης έως 2 έτη,

    Αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως πλημμέλημα, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους,

     Αν η συνολική αξία του υπεξαιρεθέντος πράγματος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 Ευρώ, ως κακούργημα,  με ποινή καθείρξεως από 5 έως 10 έτη.

Β. Η έννοια της εμπίστευσης – επιβαρυντικές περιπτώσεις

   Στην παρ.2 του 375 Π.Κ. ορίζεται η κακουργηματική περίπτωση της υπεξαίρεσης αντικειμένου το οποίο έχει εμπιστευτεί στον υπαίτιο ο κύριός του.

Συγκεκριμένα:

    “2. Αν  πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις “εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ΕΥΡΩ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση”.(αρ. 375 παρ. 2 Π.Κ.)

   Οι δύο προϋποθέσεις (“ιδιαίτερα μεγάλης αξίας” και “εμπιστευθεί“) για το χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος, πρέπει να συρρέουν σωρευτικά, ενώ εάν η αξία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση

Γ. Υπεξαίρεση κατά του Δημοσίου – ΟΤΑ  – ΝΠΔΔ

   Όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, έχει εφαρμογή ο Νόμος “Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου” (Ν.1608/1950). Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με αυτόν, “αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας”, αυτό μπορεί να επισύρει την ποινή της “ισόβιας κάθειρξης” (αρ.1 Ν.1608/1950).

Δ. Υπεξαίρεση πράγματος ευτελούς αξίας

    Τέλος, αν η κλοπή ή η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Αν όμως η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαίρεσης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη. (αρ. 377 παρ. 1 ΠΚ)

Υ.Γ.  Το άρθρο έχει σκοπό να δώσει μία γενική περιγραφή του θέματος, ώστε να καταστήσει την αρχική πληροφορία χρήσιμη ως σημείο προσοχής και όχι να αντικαταστήσει τον δικηγόρο. Οι παράγοντες σε κάθε επιμέρους υπόθεση πιθανόν να διαφοροποιούν ριζικά τον τρόπο ενέργειας.


Κοινοποιήστε το άρθρο

στο facebook ή μέσω Email

email email