ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ        Το λειτούργημα του δικαστικού συμπαραστάτη, εδράζεται στην ανάγκη προστασίας του αδύναμου-ανήμπορου να υπερασπισθεί τα έννομα συμφέροντά του, σύμφωνα με τους νόμους και τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Ο τρόπος και οι διαδικασίες άσκησης της δικαστικής συμπαράστασης,  προϋποθέτουν εχεμύθεια, καλή πίστη και αφοσίωση στο έννομο συμφέρον του συμπαραστατούμενου, εξασφαλίζοντας την προστασία της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του.


         Α.    Τι είναι δικαστική συμπαράσταση.

      Είναι η κατάσταση, στην οποία τίθεται με δικαστική απόφαση ένα ενήλικο φυσικό πρόσωπο, το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, εξαιτίας των οποίων δεν δύναται να υπερασπισθεί τα έννομα συμφέροντά του. Δηλαδή, είτε είναι ανίκανο για ορισμένες ή όλες τις δικαιοπραξίες, είτε για να επιχειρήσει έγκυρα κάποιες από αυτές ή το σύνολό τους χρειάζεται τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη.

       Β.    Πώς όμως προσδιορίζεται το πρόσωπο που είναι αναγκαίο να τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης:

       Σύμφωνα με το άρθρο 1666 του ΑΚ, σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος:

             1.    όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

             2.     όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες του ή τους ανιόντες του.

Σημειωτέον ότι, ο ανήλικος, που βρίσκεται υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, μπορεί να υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση, αν συντρέχουν οι όροι της, κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

      Γ.    Πώς αποφασίζεται η δικαστική συμπαράσταση.

         Σύμφωνα με το άρθρο 1667 του ΑΚ, η δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως. Την αίτηση μπορεί να υποβάλλει και ο  επίτροπος του ανηλίκου κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητάς του όταν συντρέχουν οι όροι της. Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, το δικαστήριο αποφασίζει μόνο ύστερα από αίτηση του ίδιου.

        Οι δημόσιοι ή δημοτικοί υπάλληλοι, οι εισαγγελείς, τα όργανα των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς και οι προϊστάμενοι μονάδων ψυχικής υγείας πρέπει να γνωστοποιούν στο δικαστήριο κάθε περίπτωση που μπορεί να συνεπάγεται την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, αμέσως μόλις την πληροφορούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

       Το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αίτησης, και σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν επαρκούν τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα, μπορεί να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση του προσώπου που πρέπει να υποβληθεί σε συμπαράσταση και να αποφασίσει με βάση τα πορίσματά της τον διορισμό ή μη δικαστικού συμπαραστάτη.

      Εξάλλου, το δικαστήριο μπορεί να προβεί στον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για την αντιμετώπιση επείγουσας φύσης ζητημάτων, αλλά και τη διασφάλιση της συμμετοχής του συμπαραστατέου στις τρέχουσες συναλλαγές του. Ο διορισμός αυτός δεν προαπαιτεί την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης, σε αντίθεση με τον διορισμό οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη για τον οποίον η κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση.

       Επιπρόσθετα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1667 παρ. 1 εδ. α’ και 1668 ΑΚ συνάγεται ότι ο εισαγγελέας, μόλις λάβει κατά σαφή τρόπο γνώση κάποιας περίπτωσης πάσχοντος, που κατά νόμο δικαιολογεί την θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση, έχει την διαζευκτική ευχέρεια, είτε να ασκήσει ο ίδιος την αίτηση ως νομιμοποιούμενος διάδικος, είτε να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο την περίπτωση για να κρίνει το τελευταίο εάν θα ενεργήσει αυτεπάγγελτα κατ’ άρθρα 1667 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, 747 παρ. 4, 796 παρ. 2 και 802 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ και διατάξει την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση με πράξη του (βλ. Α. Κουτσουράδη στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 1667 αρ. 25-26,33). [ΜΠρΑθ 7405/2009]

      Δ. Ποιοί δεν δύνανται να διορισθούν δικαστικοί συμπαραστάτες.

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης:

  1. Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.
  2. Ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.
  3. Αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με τη μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία ή απλώς διαμένει.

        Για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, καθώς και όταν πρόκειται να διορίσει προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, το δικαστήριο συνεκτιμά την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλόλητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης ή του σωματείου ή του ιδρύματος, στα οποία πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση.

       Ε.      Διαβαθμίσεις δικαστικής συμπαράστασης.

     Ανάλογα με την περίπτωση, το δικαστήριο που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση,  δύναται να:

  1. τον κηρύξει ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί γι’αυτές αυτοπροσώπως (στερητική δικαστική συμπαράσταση, πλήρης ή μερική),
  2. ορίσει ότι για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών του απαιτείται η Συναίνεση του δικαστικού συμπαράσταση (επικουρική δικαστική συμπαράσταση, πλήρης ή μερική),
  3. να αποφασίσει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων.

     Επισημάνεται ότι, η υποβολή του συμπαραστατουμένου σε καθεστώς πλήρους στέρησης της δικαιοπρακτικής του ικανότητας πρέπει να ορίζεται στην απόφαση ρητά. Το διατακτικό της απόφασης για την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση ή για το διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου.

      Περαιτέρω, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο ή στη δικαστική απόφαση, ο συμπαραστατούμενος δεν μπορεί να επιχειρεί, αν η δικαστική συμπαράσταση είναι στερητική, αυτοπροσώπως και, αν είναι επικουρική, χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, όσες πράξεις δεν μπορεί να επιχειρεί ο επίτροπος του ανηλίκου χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ούτε να διεξάγει τις συναφείς με αυτές δίκες.

      Επίσης, προκειμένου να μην υπάρχουν ασάφειες στο σημαντικό θέμα των δυνατοτήτων του συμπαραστατούμενου, όταν το δικαστήριο υποβάλλει τον συμπαραστατούμενο σε συνδυασμό στερητικής και επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, ορίζει ρητά στην απόφασή του ποιές πράξεις δεν μπορεί ο συμπαραστατούμενος να επιχειρεί αυτοπροσώπως και ποιές δεν μπορεί να επιχειρεί χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του.

     Τέλος, δεν μπορεί, εφόσον δεν του έχει επιτραπεί ρητά, να επιχειρεί μόνος χαριστικές δικαιοπραξίες (δωρεές), να εισπράττει και να παρέχει εξόφληση.

       Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αίτηση, οφείλει όμως να επιβάλλει στον συμπαραστατούμενο τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του. Η πεμπτουσία της έννοιας της Δικαστικής Συμπαραστάσεως έγκειται στην προστασία των συμφερόντων του Συμπαραστατούμενου κατά τρόπο απόλυτο και συνεπή.